Σάββατο, 25 Σεπτεμβρίου 2010

Βασιλεία ΙΙΙ: η εκδίκηση των τραπεζών

Η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που σερβίρεται κρύο. Όποιος αμφιβάλλει δεν έχει παρά να ρίξει μια προσεκτική ματιά στην πρόσφατη ιστορία των τραπεζών. Πριν από δυο χρόνια άπαντες, εντελώς δικαιολογημένα, τους έριχναν την πέτρα του αναθέματος για το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης. Εκλεγμένοι πολιτικοί ηγέτες, ακόμη και σοβαροί παράγοντες της αγοράς που διατηρούσαν απόσταση ασφαλείας από το χρηματοπιστωτικό σύστημα, τόνιζαν την ανάγκη επιβολής ενός νέου πιο αυστηρού ρυθμιστικού πλαισίου, έτσι ώστε ακραία φαινόμενα κερδοσκοπίας που οδήγησαν στη χρεοκοπία τραπεζικών κολοσσών και την ύφεση που ακολούθησε να μην ξανασυμβούν. Έτσι φτάσαμε στη συζήτηση που είναι σε εξέλιξη εδώ και μήνες για τη λεγόμενη Βασιλεία ΙΙΙ, ένα νέο πιο απαιτητικό πλαίσιο λειτουργία των τραπεζών, που θα επικαιροποιεί και θα αυξάνει το όριο των κεφαλαιακών απαιτήσεων των τραπεζικών ιδρυμάτων. Οι τελικές αποφάσεις θα ληφθούν το Νοέμβριο στο G-20, στη Σύνοδο Κορυφής των 20 πλουσιότερων κρατών, όπου ελήφθη και η αρχική απόφαση για την αλλαγή του ρυθμιστικού πλαισίου. Εκπλήξεις, ωστόσο, το επόμενο δίμηνο δεν αναμένονται. Γιατί, το προηγούμενο Σαββατοκύριακο (11-12 Σεπτεμβρίου) καθορίστηκαν οι βασικές γραμμές του νέου ρυθμιστικού πλαισίου. Η… αυστηρότητα του έγινε εμφανής την επόμενη κιόλας ημέρα, όταν στο άκουσμα της σχετικής είδησης δύο τράπεζες που βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή των σκανδάλων και των επικρίσεων την προηγούμενη διετία, η αμερικανική JP Morgan και η γαλλική Societe Generale, είδαν τις μετοχές τους να αυξάνονται κατά 4,3% και 3,7%, αντίστοιχα. Που να κρύψουν τη χαρά τους οι μέτοχοι για το νέο «δρακόντειο» πλαίσιο λειτουργίας…
Κεφαλαιακή επάρκεια
Σε αδρές γραμμές, η απόφαση που ελήφθη από τους εκπροσώπους 24 κεντρικών κυβερνήσεων και ρυθμιστικών Αρχών αφορά στην αύξηση του ανώτερου δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας στο 4,5% του ενεργητικού τους, από 2% που είναι σήμερα, και επιπλέον τη δημιουργία ενός «απορροφητήρα κραδασμών» της τάξης του 2,5% που είναι προφανές ότι σε περιόδους κρίσης και έλλειψης κεφαλαίων, όπως είναι η σημερινή, θα εξανεμίζεται. Άρα δεν μιλάμε για 7%, όπως γράφτηκε, παρά μόνο για 4,5%. Ποσοστό εξαιρετικά χαμηλό, αν λάβουμε υπόψη μας ότι ειδικές μελέτες και κείμενα εργασίας (αναφέρθηκαν στους Financial Times στις 13 Σεπτεμβρίου) έχουν υπολογίσει πως ένα περιθώριο ασφαλείας δεν μπορεί να είναι μικρότερο από 12%! Οι νέοι κανόνες θα πρέπει να εφαρμοστούν μέχρι την 1/1/2019. Όσες, δε, τράπεζες δεν προσαρμοστούν θα βρεθούν αντιμέτωπες με ποινές που θα αφορούν περικοπές στα μερίσματα κ.ά. Δεν πρόκειται όμως να συμβεί κάτι τέτοιο. Ρεπορτάζ μεγάλων εφημερίδων προεξοφλούσαν ότι οι μεγαλύτερες τράπεζες δεν θα χρειαστεί να κάνουν το παραμικρό για να προσαρμοστούν στο νέο καθεστώς, επειδή απλά το νέο αυτό καθεστώς είναι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα τους. «Αναλυτές και τραπεζίτες έλεγαν την Δευτέρα», σημείωνε η Wall Street Journal την Τρίτη 14 Σεπτεμβρίου από την πρώτη σελίδα, «πως οι περισσότεροι μεγάλοι δανειστές φαίνονται να έχουν ήδη προβεί σε γενναίες αυξήσεις κεφαλαίου για να ανταποκριθούν στους νέους κανόνες». Με άλλα λόγια, η Βασιλεία ΙΙΙ δεν έρχεται να ρυθμίσει το πλαίσιο λειτουργίας των τραπεζών στη βάση των κοινωνικά οδυνηρών εμπειριών από την κρίση που ξέσπασε ακριβώς δυο χρόνια πριν με επίκεντρο την κατάρρευση της αμερικανικής τράπεζας Lehman Brothers, αλλά σε μια ακραία περίπτωση υποταγής της πολιτικής στους νόμους των τραπεζών έρχεται να ρυθμίσει το κανονιστικό πλαίσιο με βάση τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί κάτω από την πρωτοβουλία των ίδιων των τραπεζών! Κανένα δίδαγμα επομένως δεν εξήχθη από το ξέσπασμα της κρίσης…
Η μεγάλη υποχώρηση
Ωστόσο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει να δούμε ποιοι πρωτοστάτησαν σε αυτή τη μεγάλη υποχώρηση. Ενώ οι περισσότεροι θα περίμεναν πως οι πλέον διαπρύσιοι υποστηρικτές της τραπεζικής αυθαιρεσίας θα ήταν ΗΠΑ και Αγγλία όπου έχουν την έδρα τους οι μεγαλύτερες τράπεζες, η πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική: Ο φανατικότερος υποστηρικτής της τραπεζικής ασυδοσίας ήταν η Γερμανία! Σε μια πλήρη αντιστροφή των στερεότυπων που θέλουν την Γερμανία και τον κεντροευρωπαϊκό καπιταλισμό να ταυτίζονται με τις συντηρητικές επενδύσεις χαμηλού κινδύνου, το Βερολίνο πρωτοστάτησε στον περιορισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων στο κατώτερο δυνατό σημείο. (Ειρήσθω εν παρόδω, τα ίδια στερεότυπα ήθελαν τη Γερμανία να αποτελεί υπόδειγμα ηθικής μέχρι που η Siemens και η MAN ταυτίστηκαν με τις μίζες και μόλις την προηγούμενη εβδομάδα αποκαλύφτηκε ότι η Deutsche Telekom στην Ουγγαρία χρημάτιζε πολιτικούς…) «Οι γερμανικές τράπεζες επιδιώκουν να αδυνατίσουν τη Βασιλεία ΙΙΙ», έγραφαν στον τίτλο της πρώτης σελίδας οι Financial Times της 7ης Ιουνίου, όταν οι ζυμώσεις για τις λεπτομέρειες του νέου πλαισίου βρίσκονταν στο αποκορύφωμά τους. Τα ανησυχητικά, ωστόσο, σημάδια είχαν αρχίσει να φαίνονται από τα τέλη Ιουνίου, στις 25 Ιουνίου για την ακρίβεια, όταν και πάλι η ίδια βρετανική εφημερίδα είχε τίτλο «Οι τράπεζες κερδίζουν τη μάχη μετριασμού της Βασιλείας ΙΙΙ». Η Γερμανία είχε εκδηλώσει την αντίθεσή της στην επιβολή αυστηρότερων μέτρων, επικαλούμενη την εκτίμηση ότι σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο οι δέκα μεγαλύτερες τράπεζές της θα έπρεπε να αυξήσουν τα κεφάλαιά τους κατά 105 δις ευρώ. Αυτό τον «κίνδυνο» ήθελαν να αποφύγουν οι Γερμανοί που είναι περιττό να πούμε ότι μόνο σταθεροποιητικά θα λειτουργούσε για την οικονομία. Εντύπωση δε προκαλεί η μεροληψία τους και η χρήση δύο μέτρων και δύο σταθμών, καθώς οι Γερμανοί, που στο πλαίσιο του ανταγωνισμού τους με άλλες χώρες και όταν είναι δεδομένη η υπεροχή τους επικαλούνται τους νόμους της αγοράς, δηλαδή της ζούγκλας, όπου κερδίζει ο πιο δυνατός, ενώ εκεί που χάνουν, όπως τώρα για παράδειγμα, που θα έπρεπε να βάλουν «λουκέτο» σε δεκάδες μικρές κρατιδιακές τράπεζες, απέτρεψαν αυτό το ενδεχόμενο βάζοντας μπροστά την πολιτική, αρνούμενοι να συμβιβαστούν! Το επιχείρημα το οποίο επικαλέστηκαν, ερχόμενοι σε σύγκρουση με όλες τις άλλες χώρες και νικώντας (!) ήταν πως κάθε ευρώ που θα κατευθυνθεί στην αύξηση κεφαλαίου είναι ένα ευρώ λιγότερο στην οικονομία.
Oι έμμεσες επιδοτήσεις
Μεγαλύτερη ανακρίβεια δεν υπάρχει. Ο ισχυρισμός των τραπεζιτών αγγίζει την πρόκληση, γιατί μέχρι στιγμής οι τράπεζες – ζόμπι, που ούτε είναι ζωντανές ούτε νεκρές, καταφέρουν και επιβιώνουν χάρη στις έμμεσες επιδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η ΕΚΤ διατηρεί επί 17 μήνες τα επιτόκιά της στο χαμηλότερο σημείο της ιστορίας της, στο 1%, μόνο και μόνο για να κερδοσκοπούν οι τράπεζες με τα κρατικά ομόλογα, την ίδια ώρα που στερούν την παραγωγική οικονομία από κάθε μορφή ρευστού και στους καταναλωτές, και ιδιαίτερα τις πιστωτικές κάρτες, δίνουν ρευστό με τοκογλυφικό επιτόκιο ύψους 18%. Αυτές οι τράπεζες που πέφτουν στα μαλακά για μια ακόμη φορά αποτελώντας το μεγαλύτερο κερδισμένο της Ευρωζώνης είναι και οι μεγάλοι ωφελημένοι τόσο των 110 δις που δόθηκαν στην Ελλάδα, όσο και των 750 δις που εγκρίθηκαν με την απόφαση της Συνόδου Κορυφής του Μαΐου. Απώτερος στόχος όλων αυτών των χρηματοδοτήσεων, που υλοποιήθηκαν με αντάλλαγμα πρωτοφανή μέτρα λιτότητας για όλους τους λαούς της Ευρώπης, ήταν να εξασφαλιστούν οι τράπεζες από τις ριψοκίνδυνες τοποθετήσεις που έκαναν ακόμη και στο απόγειο της κρίσης στα ομόλογα των χωρών του ευρωπαϊκού νότου. Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών, που δημοσιεύτηκαν στην International Herald Tribune στις 6 Σεπτεμβρίου, οι τράπεζες αύξησαν το δανεισμό προς τον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα της Ελλάδας, της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας το πρώτο τρίμηνο του 2010 κατά 4,3% (109 δις δολάρια) σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο. Ιδιαίτερα οι γερμανικές και οι γαλλικές τράπεζες συνέχισαν να είναι πλέον εκτεθειμένες στο χρέος των περιφερειακών χωρών της Ευρωζώνης, με τις πρώτες να έχουν τοποθετήσει στην Ελλάδα 51 δις δολάρια- εκ των οποίων μόνο τα 23,1 δις ήταν δημόσιο χρέος - και τις γαλλικές 111,6 δις δολάρια – εκ των οποίων μόνο τα 27 αφορούσαν κρατικά ομόλογα. Κατά συνέπεια, το μόνο που θα απειλούνταν από μια αύξηση του κατώτατου δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας θα ήταν η ασυδοσία των τραπεζών που εξακολουθεί να συνεχίζεται ανεμπόδιστη και στις δυο πλευρές του Ατλαντικού, δυο χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης. Όχι η παραγωγική οικονομία, που εξακολουθεί να ματώνει με την ανεργία και τη φτώχεια να βρίσκονται σε επίπεδα ρεκόρ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου